Select Your Style

Choose View Style

  • Full
  • Boxed

Choose Colour style

  • skyblue
  • green
  • blue
  • coral
  • cyan
  • eggplant
  • pink
  • slateblue
  • gold
  • red

Η σχέση μεταξύ του εντερικού μικροβιώματος και των καρδιαγγειακών παθήσεων

Στην μελέτη τους οι Viviana Gerardi και συνεργάτες [1] περιγράφουν ότι: «ο επιπολασμός των καρδιομεταβολικών διαταραχών (παχυσαρκία, διαβήτης τύπου 2 και καρδιαγγειακές διαταραχές) αυξάνεται παγκοσμίως και αποτελεί κύρια αιτία θνησιμότητας παγκοσμίως.

Τόσο η γενετική όσο και οι περιβαλλοντικοί παράγοντες εμπλέκονται στην παθογένεση αυτών των διαταραχών.

Πρόσφατες μελέτες έχουν δείξει ότι μια κατάσταση δισβίωσης του εντερικού μικροβιώματος μπορεί να εμπλέκεται στον έλεγχο του σωματικού βάρους, την αντίσταση στην ινσουλίνη και τους καρδιο-μεταβολικούς παράγοντες κινδύνου, αλλά οι υποκείμενοι μηχανισμοί δεν είναι ακόμη πλήρως κατανοητοί.

Ο πιθανός ρόλος του μικροβιώματος του εντέρου στις καρδιαγγειακές παθήσεις είναι υπό συνεχή έρευνα.

1. Το εντερικό μικροβίωμα

Το εντερικό μικροβίωμα αποτελείται από πολυάριθμους μικροβιακούς πληθυσμούς δηλαδή βακτήρια, μύκητες, βακτηριοφάγους και ιούς, που έχουν σχέση συμβίωσης δηλαδή το καθένα έχει όφελος από την ύπαρξη του άλλου «mutualists».

Μέσω μιας συνεργατικής σχέσης με το πεπτικό σύστημα, το εντερικό μικροβίωμα αποτελεί ένα οικοσύστημα θεμελιώδους σημασίας για την ανθρώπινη ζωή. Η ποιοτική και ποσοτική σύνθεση της χλωρίδας ποικίλλει στα διάφορα μέρη του εντέρου.

Ειδικότερα στο γαστρικό επίπεδο είναι δυνατόν να απομονωθεί μια συγκέντρωση βακτηριδίων ίση με περίπου 103CFU/ml. Αυτή η συγκέντρωση αυξάνεται προοδευτικά στο λεπτό έντερο φτάνοντας περίπου τις 102-109CFU/ml και στο παχύ έντερο όπου επιτυγχάνονται συγκεντρώσεις ίσες με περίπου 104-1012CFU/ml.

Αυτά τα βακτηριακά είδη στο γαστρικό επίπεδο ανήκουν κυρίως σε διαιρέσεις του είδους Firmicutese of Bacteroidetes και τα οποία προέρχονται από έναν κοινό πρόδρομο: το Methanobrevibacter smithii (2).

Τα βακτήρια που αποτελούν το εντερικό μικροβίωμα είναι περισσότερα από χίλια είδη, με συνολικό βάρος περίπου 2,5kg (και σε σχέση πάντα με το σωματικό βάρος) και περισσότερα από 15.000 διαφορετικά στελέχη.

Το 70-90% είναι υποχρεωτικά αναερόβια (Gram-positive, όπως Clostridiume Bifidobacterium, και Gram-negative, όπως τα Bacteroides) που ονομάζονται επίσης «extremeophiles» επειδή η ανάπτυξή τους στην καλλιέργεια απαιτεί εκλεπτυσμένες μικροβιολογικές τεχνικές.

Μια μελέτη που διεξήχθη από το Human Microbiome Project και το European MetaHIT Consortium δείχνει ότι η ανθρώπινη εντερική βακτηριακή χλωρίδα, παρόλο που αποτελείται από έναν πολύ μεγάλο αριθμό διαφορετικών στελεχών, μπορεί να διακριθεί σε τρία μεγάλα γένη, δηλαδή τα Bacteroides, Prevotella και Ruminococcus (3).

Το αυξανόμενο ενδιαφέρον για το εντερικό μικροβίωμα στη διαμόρφωση εξωεντερικών παθολογιών προκύπτει από την απόδειξη ότι, ανάλογα με τον τύπο της διατροφής του ατόμου, ένα βακτηριακό γένος μπορεί να είναι διαδεδομένο δημιουργώντας αντίστοιχους διαφορετικούς εντύπους.

Για παράδειγμα, Οι «καθαροί» χορτοφάγοι έχουν εντερότυπο Ruminococcus, ενώ όσοι ακολουθούν την τυπική δυτική διατροφή είναι του εντερότυπου Bacteroides. Αυτό μπορεί επίσης να είναι σημαντικό από μεταβολική άποψη, καθώς οι διαφορετικοί εντερότυποι έχουν διαφορετικές μεταβολικές λειτουργίες, λόγω της επικράτησης ορισμένων βακτηριακών στελεχών έναντι άλλων.

Ο εντερότυπος τείνει να παραμένει σταθερός σε κάθε άτομο και μπορεί να αποκατασταθεί στη σύνθεσή του ακόμη και μετά την προσωρινή αλλοίωσή του, που προκαλείται για παράδειγμα με αντιβιοτική αγωγή (4).

Ο μικροβιακός αποικισμός αρχίζει αμέσως μετά τη γέννηση και, στη συνέχεια, η σύνθεση των μικροβίων να επηρεάζεται από παράγοντες όπως ο γονότυπος, το φύλο, η ηλικία, η κατάσταση της ωριμότητας του ανοσοποιητικού συστήματος και τους περιβαλλοντικούς παράγοντες.

Συνολικά, τα μικροβίωμα χαρακτηρίζεται από ενδογενή χλωρίδα (η οποία παραμένει σταθερή καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής) και από την πρόσκαιρη (παροδική) (5).

Αξιοσημείωτο είναι πως το έντερο αντιπροσωπεύει ένα από τα όργανα που βρίσκονται στη μεγαλύτερη επαφή με εξωγενείς παράγοντες (βακτήρια, ιούς, αλλεργιογόνα), αποτελώντας το πρώτο αμυντικό εμπόδιο έναντι παθογόνων μικροοργανισμών που μπορούν να προσβάλλουν το σώμα.

Η σύνθεση του εντερικού μικροβιώματος στην πρώιμη παιδική ηλικία είναι πολύ σημαντική για τη λεγόμενη «ανοσολογική εκπαίδευση» του ατόμου.

Η έλλειψη έκθεσης μικρών παιδιών στο Bifidobacterium ή η εξάλειψη των bifidobacteria από το έντερο (συνεπεία της αντιβιοτικής θεραπείας) μπορεί να προσδιορίσει μια «μη ισορροπημένη» ωρίμανση του ανοσοποιητικού συστήματος με ανεπάρκεια της απόκρισης των Th 2-κυττάρων, χαρακτηριστική του νεογέννητου (3).

Αν και ο αντίκτυπος του εντερικού μικροβιώματος στην υγεία του ξενιστή είναι καλά τεκμηριωμένος, οι μηχανισμοί με τους οποίους αυτό το οικοσύστημα ασκεί τα αποτελέσματά του στον ξενιστή παραμένουν ασαφείς.

Και αυτό γιατί, οι τεχνικές για την ταυτοποίησή αυτών των μηχανισμών βασίζονται στην καλλιέργεια μικροοργανισμών του εντέρου, όπου όμως περίπου το 70-80% των στελεχών του εντερικού μικροβιώματος δεν είναι καλλιεργήσιμο (2).

Μέθοδοι ανεξάρτητες από καλλιέργεια, με βάση το ριβοσωμικό 16S RNA (rRNA) και το αντίστοιχο γονίδιο του, επιτρέπουν μια καλύτερη φυλογενετική ταυτοποίηση του όποιου στελέχους του μικροβιώματος.

Ως εκ τούτου, η χρήση τεχνολογιών «omics» μπορεί να συμβάλει σημαντικά στην κατανόηση των παραγόντων που καθορίζουν τη χωρική κατανομή των μελών του εντερικού μικροβιώματος, τον τρόπο με τον οποίο η σύνθεση του και οι μεταβολικές του δραστηριότητες ρυθμίζονται και το πως η λειτουργική του σταθερότητα του  διατηρείται ακόμη και μετά από περιβαλλοντικές αλλαγές.

Το εντερικό μικροβίωμα έχει πολλές σημαντικές λειτουργίες για τη διατήρηση της κατάστασης της υγείας του ξενιστή: εμπλέκεται στη λειτουργία του εντερικού φραγμού, στην ανοσολογική ανταπόκριση και στη μεταβολική λειτουργία μεταξύ άλλων.

Ανάμεσα στο εντερικό μικροβίωμα και τον ξενιστή υπάρχει μια λεπτή ισορροπία, που διατηρείται μέσω διαφόρων μηχανισμών οι οποίοι, εάν τροποποιηθούν, μπορούν να οδηγήσουν στην εμφάνιση γαστρεντερικών ή εξωεντερικών παθήσεων (6).

Υπό το φως αυτών των δεδομένων η αντιμετώπιση αυτών των διαταραχών χρησιμοποιεί παράγοντες με τοπική δράση που διαφοροποιούν την εντερική βακτηριακή χλωρίδα, όπως, τα προβιοτικά και τα πρεβιοτικά (1).

2. Η μεταβολική λειτουργία του εντερικού μικροβιώματος

Τα βακτήρια του εντέρου αντλούν την απαραίτητη ενέργεια μέσω του μεταβολισμού των σακχάρων και των πρωτεϊνών.

Οι δύσπεπτοι πολυσακχαρίτες της διατροφής (π.χ. η κυτταρίνη) μετασχηματίζονται χάρη στα βακτηριακά ένζυμα που μετατρέπουν το υλικό που προέρχεται από την τροφή σε πτητικές ουσίες (διοξείδιο του άνθρακα, υδρόθειο κ.λπ.) και λιπαρά οξέα βραχείας αλυσίδας όπως το οξικό οξύ, βουτυρικό οξύ και προπιονικό οξύ (4).

Η σύνθεση των λιπαρών οξέων καθορίζει την οξύτητα του εντερικού pH, το οποίο δρα ως αμυντικό σύστημα έναντι παθογόνων μικροοργανισμών και επιτρέπει την ανάπτυξη εντερικών επιθηλιακών κυττάρων, ευνοώντας τον πολλαπλασιασμό και τη διαφοροποίησή τους (4).

Πολλές μελέτες, συμπεριλαμβανομένων των μοντέλων με ποντίκια, έχουν αποδείξει ότι η εντερική χλωρίδα κάθε ατόμου εμπλέκεται στην απόκτηση ενέργειας καθώς και στη ρύθμιση της ενέργειας.

Μελέτη από τους Luisa F. Gomez-Arango και συνεργάτες (23) περιγράφει ότι: «Το μικροβίωμα του εντέρου συμβάλλει στη ρύθμιση του μεταβολισμού της γλυκόζης κατά την εγκυμοσύνη. Αφθονία του γένους Collinsella συσχετίζεται θετικά με την κυκλοφορούσα ινσουλίνη.

Ωστόσο, δεν είναι σαφές τι καθορίζει την αφθονία του Collinsella. Η μελέτη αυτή αποσκοπεί στην επικύρωση της συσχέτισης μεταξύ Collinsella και ινσουλίνης και στην αποσαφήνιση εάν η πρόσληψη μακροθρεπτικών συστατικών μεταβάλλει την αφθονία του Collinsella και αντίστοιχα την σύνθεση του μικροβιώματος του εντέρου.

Τα προφίλ μικροβιώματος του εντέρου αξιολογήθηκαν με αλληλουχία 16S rRNA σε 57 υπέρβαρες και 73 παχύσαρκες έγκυες γυναίκες από τη δοκιμή SPRING (Μελέτη PRobiotics IN Κύησης) σε 16 εβδομάδες κύησης και συσχετίστηκαν με τα επίπεδα μεταβολικών ορμονών και τη λήψη μακροθρεπτικών συστατικών.

Η αφθονία Collinsella συσχετίστηκε θετικά με την κυκλοφορούσα ινσουλίνη (p = 0,30, p = 0,0006), ανεξάρτητα από τον μητρικό ΔΜΣ, αλλά αρνητικά με την πρόσληψη διαιτητικών ινών (p= −0,20, p = 0,025) σε αυτή την ομάδα. Η χαμηλή διαιτητική εισαγωγή ινών συσχετίστηκε με ένα μικροβίωμα εντέρων που ευνοεί τη ζύμωση γαλακτικού ενώ η υψηλή εισαγωγή ινών προωθεί τα βακτηρίδια βραχείας αλυσίδας που παράγουν τα λιπαρά οξέα.

Η χαμηλή διαιτητική πρόσληψη ινών μπορεί να επιτρέψει την υπερανάπτυξη Collinsella και να αλλάξει την γενική κατάσταση ζύμωσης στο μικροβίωμα του εντέρου. Αυτό υποδηλώνει ότι οι διατροφικές επιλογές κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης μπορούν να τροποποιήσουν τη διατροφική οικολογία του μικροβιώματος του εντέρου, με πιθανές βλαβερές επιδράσεις στη μεταβολική και φλεγμονώδη υγεία του ξενιστή (23)».

3. Μεταβολές στο εντερικό μικροβίωμα και καρδιοαγγειακές παθήσεις

Η παχυσαρκία είναι μια παθολογική κατάσταση που επηρεάζει έναν μεγάλο αριθμό ατόμων, προδιαθέτοντας σε μια σειρά παθολογιών που μπορούν να θέσουν σε κίνδυνο την υγεία των ατόμων που επηρεάζονται από αυτήν την πάθηση, όπως ο σακχαρώδης διαβήτης τύπου 2, οι καρδιοαγγειακές παθήσεις, το σύνδρομο υπνικής άπνοιας κ.λπ. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η δίαιτα με υψηλή περιεκτικότητα σε θερμίδες και η ελλιπής σωματική δραστηριότητα είναι οι κύριοι παράγοντες που οδηγούν στην παχυσαρκία.

Είναι ενδιαφέρον να σημειωθεί ότι ορισμένες μελέτες σε ζώα δείχνουν ότι τα εντερικά μικροβιώματα είναι ικανά να επηρεάσουν την απορρόφηση των θρεπτικών ουσιών και την αποθήκευση ενέργειας.

Το 2004 η ερευνητική ομάδα του Jeffrey Gordon και συνεργατών, τόνισε μια πιθανή σχέση μεταξύ της σύνθεσης της εντερικής μικροβιακής χλωρίδας και της παχυσαρκίας, εστιάζοντας την προσοχή στις αναλογίες των δύο κύριων βακτηριακών διαιρέσεων που αποτελούν το εντερικό μικροβίωμα (Firmicutes και Bacteroidetes) όπου προέκυψε μια επικράτηση του πρώτου σε σύγκριση με το δεύτερο στα παχύσαρκα άτομα και ιδίως του βακτηρίου Prevotellaceae (6, 7).

Ο αποικισμός ποντικιών «ελεύθερα μικροβίων» (“germ-free”) με βακτηριακή χλωρίδα προέλευσης παχύσαρκου ποντικού,  οδηγεί σε αύξηση του συνολικού λίπους ίσο με 60% περισσότερο συγκριτικά με τα ποντίκια που αποικίστηκαν με βακτηριακή χλωρίδα ενός ποντικού κανονικού βάρους, αποδεικνύοντας ότι αυτός ο παχύσαρκος φαινότυπος είναι μεταδιδόμενος.

Επιπλέον, η αύξηση του λιπώδους ιστού συμβαίνει ανεξάρτητα από την ποσότητα της βακτηριακής χλωρίδας που έχει αποκτηθεί ή από τη μείωση λόγο των ενεργειακών δαπανών (8).

Επιπλέον, μια δισβίωση του εντερικού μικροβιώματος σε παχύσαρκα άτομα προάγει την μεταβολή της διαπερατότητας της μεμβράνης, την αύξηση στη μεταβολική ενδοτοξαιμία και υψηλά επίπεδα κυκλοφορούντος λιποπολυσακχαρίτη, με αποτέλεσμα:

α) Την αυξημένη διαπερατότητα της μεμβράνης στους παχύσαρκους.

β) Την πρόσληψη χυλομικρών από τη διατροφή (8) που δρουν ως έναυσμα για διαταραχές που προκαλούνται από την μικροφλεγμονή δηλαδή την χαμηλού βαθμού φλεγμονή όπως, παχυσαρκία, αντίσταση στην ινσουλίνη, διαβήτης, στεάτωση και οξειδωτικό στρες. 

γ) Τη Τροποποιημένη διαμόρφωση του πεπτιδίου της γλυκαγόνης 1 &2 (GLP -1 και GLP-2) (9).

Τέλος, παρατηρήθηκε ότι μια θεραπεία με Bifidobacterium spp. σε παχύσαρκους ποντικούς προκαλεί αύξηση της GLP-2, προκαλώντας μείωση της μεταβολικής ενδοτοξαιμίας και βελτίωση της λειτουργικότητας του εντερικού φραγμού (10).

Στην μελέτη τους οι Membrez et al. (11) υπέθεσαν ότι μια αλλαγή στο εντερικό μικροβίωμα εμπλέκεται στην παθογένεση του σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2 και για να το αποδείξουν αυτό τροποποίησαν το μικροβίωμα μέσω της χρήσης αντιβιοτικών σε ορισμένα μοντέλα ποντικών.

Από τη μελέτη αυτή προέκυψε ότι η διαμόρφωση του εντερικού μικροβιώματος βελτιώνει την ανοχή στη γλυκόζη αλλάζοντας την έκφραση των γονιδίων που εμπλέκονται στη φλεγμονή και το μεταβολισμό και την ορμονική, τη φλεγμονώδη και την μεταβολική κατάσταση του ξενιστή. Υπάρχει πράγματι, μια μείωση του παράγοντα μείωσης όγκων-α (TNFα) και του λιποπολυσακχαρίτη, μια αύξηση της εναπόθεσης γλυκογόνου και μείωση της συσσώρευσης τριγλυκεριδίων στο ήπαρ (11).

Οι Qin et al. (12) μελέτησαν τα γενετικά χαρακτηριστικά της εντερικής χλωρίδας 345 Κινέζων ασθενών και παρατήρησαν ότι οι ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2 έχουν έλλειμμα βακτηρίων που εμπλέκονται στην παραγωγή βουτυρικών οξέων, ένα πολύ σημαντικό κυτταρικό  τρόφιμο των εντεροκυττάρων και μια αύξηση παθογόνων μικροοργανισμών.

Το αποτέλεσμα της διαταραχής μηχανιστικά θα μπορούσε να είναι, μια βλάβη στο επίπεδο του εντερικού φραγμού, η οποία οδηγεί σε αύξηση της διαπερατότητας του φραγμού. Η αύξηση αυτή καθορίζει το πέρασμα στην κυκλοφορία ουσιών ικανών να προκαλέσουν φλεγμονώδεις διεργασίες ή να παρεμβαίνουν στην φυσιολογική κυτταρική σηματοδότηση του υποδοχέα ινσουλίνης, συμβάλλοντας έτσι στην έναρξη της αντίστασης στην ινσουλίνη (12).

Ορισμένες μελέτες έχουν δείξει ότι τα εντερικό μικροβίωμα μπορεί να είναι ένας από τους παράγοντες που εμπλέκονται στην προαγωγή της αθηροσκλήρωσης.

Για παράδειγμα, μελέτη στο μικροβίωμα 25 ατόμων εκ των οποίων οι 12 έπασχαν από συμπτωματική αθηροσκλήρωση καρωτίδας και τα 13 ήταν υγιείς, έδειξε ότι στα 12 άτομα που έπασχαν από την συμπτωματική αθηροσκλήρωση καρωτίδας στο εντερικό τους μικροβίωμα επικρατούσε το γένος Collinsella (Ακτινοβακτήρια), ενώ στους  13 υγιείς εξεταζόμενους επικρατούσε το γένος Roseburiaed Eubacterium (Firmicutes) (1).

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει ο σημαντικός ρόλος των μικροβίων στην παραγωγή οξειδίου-Ν-τριμεθυλαμίνης (TMAO) ξεκινώντας από την καρνιτίνη και φωσφατιδυλοχολίνη που λαμβάνεται διατροφικά όπως παρατηρήθηκε σε αρκετές μελέτες σε μοντέλα ποντικών και σε άτομα που νόσησαν από καρδιαγγειακές παθήσεις (13-16).

Αυτές οι μελέτες (13-16) έχουν δείξει ότι η παραγωγή TMAO μετά από «πρόκληση» με από του στόματος δόσεις καρνιτίνης και/ή χολίνης εξαρτάται αυστηρά από το μικροβίωμα, εφόσον είχε μειωθεί έντονα μετά από έναν κύκλο αγωγής με αντιβιοτικά ευρέος φάσματος.

Στη μελέτη των Koeth et al.(14) θα πρέπει να σημειωθεί ότι η παραγωγή TMAO, μετά από  φόρτιση με καρνιτίνη, βρέθηκε να είναι σημαντικά υψηλότερη σε παμφάγα άτομα από ό, τι σε πληθυσμό vegetarian και vegan.

Η πρόοδος της αθηροσκλήρωσης που προωθείται από το TMAO εμπλέκεται σε πολλαπλές αλλαγές στον μεταβολισμό της χοληστερόλης, για παράδειγμα στο επίπεδο της αντίστροφης μεταφοράς και της χολικής κάθαρσης (14).

Σε κλινικό επίπεδο, ένα αυξημένο επίπεδο TMAO στον ορό του αίματος έχει αποδειχθεί ότι είναι παράγοντας κινδύνου ανεξαρτήτου επιπολασμού και συχνότητας εμφάνισης καρδιαγγειακών παθήσεων κατά τη διάρκεια παρακολούθησης 3 ετών σε μια μεγάλη ομάδα ασθενών (Πίνακας 1) (14-16).

Παρομοίως, ένα αυξημένο επίπεδο TMAO στον ορό του αίματος επιβεβαιώθηκε ως έγκυρος προγνωστικός παράγοντας για τη θνησιμότητα σε βάθος 5 ετών σε μια ομάδα άνω των 700 ασθενών με καρδιακή ανεπάρκεια με βάση ισχαιμική και μη ισχαιμική (17).

Πίνακας 1. Σχέση μεταξύ των επιπέδων οξειδίου-Ν-τριμεθυλαμίνηςτου ορού και των προδρόμων του και των κύριων καρδιαγγειακών επεισοδίων που σημειώθηκαν σε μια περίοδο παρατήρησης 3 ετών σε τρεις διαφορετικές μελέτες κοόρτης.

Μελέτη Αριθμός εξεταζόμενων Αποτελέσματα Διάρκεια (έτη) Πρόδρομο επίπεδο Επίπεδα   TMAO HR (IC 95%)
Wang et al.(15), 2014 3903 MACE 3 Χαμηλή χολίνη Υψηλή χολίνη Χαμηλή χολίνη Υψηλή χολίνη Χαμηλά Χαμηλά Υψηλά Υψηλά 1.0 (αναφοράς) 1.0 (0.8-1.4) 1.4 (1.0-1.8) 1.6 (1.2-2.0)
Tang et al.14, 2013 4007 MACE 3 ND 1° τεταρτημόριο 2° τεταρτημόριο   3°τεταρτημόριο   4° τεταρτημόριο 1.0 (αναφοράς) 1.24 (0.93-1.66) NS 1.53 (1.16-2.02) p=0.003 2.54 (1.96-3.28) p<0.001
Koeth et al.13, 2013 2595 MACE 3 Χαμηλή καρνιτίνη Υψηλή καρνιτίνη Χαμηλή καρνιτίνη Υψηλή καρνιτίνη Χαμηλά Χαμηλά Υψηλά Υψηλά 0.8 (0.5-1.3) 1.0 (αναφοράς) 1.3 (1.02-1.7) 2.1 (1.5-2.8)

HR=λόγος κινδύνου; CI=διάστημα ασφάλειας. MACE=μείζονες ανεπιθύμητες ενέργειες (θάνατος, έμφραγμα του μυοκαρδίου, εγκεφαλικό επεισόδιο) ND=μη διαθέσιμο. TMAO=οξείδιο-Ν-τριμεθυλαμίνης.

Τέλος, το μικροβίωμα θα μπορούσε να αλληλοεπιδράσει επίσης με τον κύκλο μεθειονίνης -ομοκυστεΐνης, όπως αποδεικνύεται από τη μελέτη RISTOMED (18-20).

Στην μελέτη των Yang et al.(21) εξάγεται μια πιθανή σχέση μεταξύ δισβίωσης και αρτηριακής υπέρτασης. Συγκεκριμένα, παρατηρήθηκε αύξηση του λόγου Firmicutes / Bacteroidetes σε δύο μοντέλα αρουραίων που εμφάνιζαν υπέρταση, με μείωση στα βακτήρια που παράγουν οξικό και βουτυρικό οξύ. Παρόμοια  αποτελέσματα εξήχθησαν και από μια μικρή ομάδα ασθενών που πάσχουν από αρτηριακή υπέρταση, στην οποία παρατηρήθηκε δισβίωση.

Τα παραπάνω στοιχεία, που δείχνουν τη συμμετοχή του μικροβιώματος σε διάφορα επίπεδα της γένεσης των παραγόντων καρδιαγγειακού κινδύνου,  υποδηλώνουν τη δυνατότητα διαφοροποίησης του μικροβιώματος  προκειμένου να βελτιωθούν τα καρδιαγγειακά αποτελέσματα.

Με αυτά τα δεδομένα, στην μελέτη τους οι Ganet και al. (22) έδειξαν ότι η χορήγηση του Lactobacillus rhamnosus GR-1 σε ένα μοντέλο ποντικού με ισχαιμική καρδιακή νόσο, οδήγησε σε εξασθένηση της μετά-ισχαιμικής αναδιαμόρφωσης καθώς και σε διάφορους αιμοδυναμικούς παραμέτρους που σχετίζονται με την καρδιακή ανεπάρκεια, δίνοντας ελπίδα για μελλοντικές επεμβατικές δοκιμές σε ανθρώπους.

Το εντερικό μικροβίωμα έχει αναδυόμενο ρόλο στην παθογένεση πολλών ασθενειών, όπως ο διαβήτης τύπου 2, το μεταβολικό σύνδρομο, οι καρδιαγγειακές διαταραχές.

Ωστόσο, αυτή τη στιγμή αποτελεί μια ενδιαφέρουσα περιοχή για διερεύνηση, καθώς αυτό που γνωρίζουμε είναι ακόμη περιορισμένο και οι κλινικές δοκιμές σε μεγαλύτερο αριθμό ασθενών θα χρειαστούν προκειμένου να συλλεχθούν κλινικά χρήσιμα στοιχεία (1)».

Βιβλιογραφία

  1. Viviana Gerardi, Fabio Del Zompo, Francesca D’Aversa, Antonio Gasbarrini, The relationship between gut microbiota and cardiovascular diseases, G Ital Cardiol (Rome) 2016 Jan;17(1):11-4. doi: 10.1714/2140.23182.
  2. Eckburg PB, Bik EM, Bernstein CN, et al.1.Diversity of the human intestinal microbialflora. Science 2005;308:1635-8
  3. Arumugam M, Raes J, Pelletier E, et al.2.Enterotypes of the human gut microbiome.Nature 2011;473:174-80
  4. Scaldaferri F, Pizzoferrato M, Gerardi V,3.Lopetuso L, Gasbarrini A. The gut barrier: newacquisitions and therapeutic approaches. JClin Gastroenterol 2012;46(Suppl):S12-7.
  5. Guarner F. Prebiotics and mucosal bar-4.rier function. J Nutr 2006;136:2269; authorreply 70-1
  6. Natividad JM, Verdu EF. Modulation of5.intestinal barrier by intestinal microbiota:pathological and therapeutic implications.Pharmacol Res 2013;69:42-51.
  7. Tremaroli V, Backhed F. Functional inter-6.actions between the gut microbiota andhost metabolism. Nature 2012;489:242-9.
  8. Tilg H, Kaser A. Gut microbiome, obesi-7.ty, and metabolic dysfunction. J Clin Invest2011;121:2126-32.
  9. Cani PD, Delzenne NM. Involvement of8.the gut microbiota in the development oflow grade inflammation associated withobesity: focus on this neglected partner. Ac-ta Gastroenterol Belg 2010;73:267-9.
  10. Cani PD, Possemiers S, Van de Wiele T,9.et al. Changes in gut microbiota control in-flammation in obese mice through a mech-anism involving GLP-2-driven improvementof gut permeability. Gut 2009;58:1091-103.
  11. Membrez M, Blancher F, Jaquet M, et10.al. Gut microbiota modulation with nor-floxacin and ampicillin enhances glucosetolerance in mice. FASEB J 2008;22:2416-26.
  12. Qin J, Li Y, Cai Z, et al. A metagenome-11.wide association study of gut microbiota intype 2 diabetes. Nature 2012;490:55-60.
  13. Koeth RA, Levison BS, Culley MK, et12.al. gamma-Butyrobetaine is a proathero-genic intermediate in gut microbial metab-olism of L-carnitine to TMAO. Cell Metab2014;20:799-812.
  14. Koeth RA, Wang Z, Levison BS, et al.13.Intestinal microbiota metabolism of L-carni-tine, a nutrient in red meat, promotes ath-erosclerosis. Nat Med 2013;19:576-85.
  15. Tang WH, Wang Z, Levison BS, et al.14.Intestinal microbial metabolism of phos-phatidylcholine and cardiovascular risk. NEngl J Med 2013;368:1575-84.
  16. Wang Z, Tang WH, Buffa JA, et al.15.Prognostic value of choline and betaine de-pends on intestinal microbiota-generatedmetabolite trimethylamine-N-oxide. EurHeart J 2014;35:904-10.
  17. Tang WH, Wang Z, Fan Y, et al. Prog-16.nostic value of elevated levels of intestinalmicrobe-generated metabolite trimethy-lamine-N-oxide in patients with heart fail-ure: refining the gut hypothesis. J Am CollCardiol 2014;64:1908-14.
  18. Griffin JL, Wang X, Stanley E. Does our17.gut microbiome predict cardiovascular risk?A review of the evidence from meta -bolomics. Circ Cardiovasc Genet 2015;8:187-91.
  19. Joseph J, Loscalzo J. Nutri(meta)ge-18.netics and cardiovascular disease: novelconcepts in the interaction of diet and ge-nomic variation. Curr Atheroscler Rep 2015;17:505.
  20. Tang WH, Hazen SL. The contributory19.role of gut microbiota in cardiovascular dis-ease. J Clin Invest 2014;124:4204-11.
  21. Yang T, Santisteban MM, Rodriguez V,20.et al. Gut dysbiosis is linked to hyperten-sion. Hypertension 2015;65:1331-40.
  22. Gan XT, Ettinger G, Huang CX, et al.21.Probiotic administration attenuates my-ocardial hypertrophy and heart failure aftermyocardial infarction in the rat. Circ HeartFail 2014;7:491-9.
  23. Luisa F. Gomez-Arango, Helen L. Barrett, Shelley A. Wilkinson, Leonie K. Callaway, H. David McIntyre, Mark Morrison, and Marloes Dekker Nitert, Low dietary fiber intake increases Collinsella abundance in the gut microbiota of overweight and obese pregnant women, Gut Microbes. 2018; 9(3): 189–201, doi: 10.1080/19490976.2017.1406584.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *