Select Your Style

Choose View Style

  • Full
  • Boxed

Choose Colour style

  • skyblue
  • green
  • blue
  • coral
  • cyan
  • eggplant
  • pink
  • slateblue
  • gold
  • red

Μελέτη ανασκόπησης: Τα Αντιοξειδωτικά και Φυτοχημικές Ενώσεις και η Δυνητική τους Χρήση στο Σύνδρομο Ευερέθιστου Εντέρου και στη Φλεγμονώδη Νόσο του Εντέρου

Σύμφωνα με την ανασκόπηση της διεθνούς βιβλιογραφίας  από τους Islam Khan και συνεργάτες περιγράφει ότι: «Τα προβλήματα στο γαστρεντερικό σωλήνα (GI) μπορούν να οδηγήςουν σε πολλές ασθένειες, όπως στο σύνδρομο ευερέθιστου εντέρου (IBS) και φλεγμονώδη νόσο του εντέρου (IBD), η οποία περιλαμβάνει τη νόσο του Crohn (CD) και ελκώδη κολίτιδα (UC) (1)».

Σύμφωνα με την μελέτη των Chial HJ, Camilleri M: «Το IBS επηρεάζει 10-25% του πληθυσμού σε παγκόσμιο επίπεδο με ελαφρώς υψηλότερο επιπολασμό στις γυναίκες σε σύγκριση με τους άνδρες (2)».

Σύμφωνα με την μελέτη των Molodecky NA και συνεργατών και Loftus EV Jr: «Η νόσος Crohn (CD) προκαλείται σε άτομα στην ακμή της ζωής τους μεταξύ 10 και 30 ετών. Στις αναπτυγμένες χώρες, ο επιπολασμός του CD υπερβαίνει τα 4 εκατομμύρια [3] και, παραδόξως, ο επιπολασμός του CD αυξήθηκε μετά τη βελτίωση της ανθρώπινης υγιεινής και εκβιομηχάνισης (3-4)».

Σύμφωνα με την μελέτη του Loftus EV Jr και των Lunney PC και συνεργατών: «Ο παγκόσμιος επιπολασμός της UC κυμαίνεται μεταξύ 0,5 και 24,5 ανά 100.000. Ενώ το CD είναι πιο συχνή μεταξύ των καπνιστών, UC είναι πιο συχνή σε πρώην καπνιστές και μη καπνιστές (4-5)».

Σύμφωνα με την μελέτη του Kamiya T, περιγράφεται ότι: «Για αυτές τις ασθένειες, μια ποικιλία θεραπειών χρησιμοποιούνται για την επίτευξη ύφεσης των συμπτωμάτων και / ή να αποφευχθεί η υποτροπή μόλις ο ασθενής είναι σε ύφεση. Η τρέχουσα έρευνα για την κατανοηση της παθολογίας υποδηλώνει ότι το οξειδωτικό στρες μπορεί να συμβάλει σε αυτές τις ασθένειες (6)».

Η μορφολογία και η λειτουργία του γαστρεντερικού σωλήνα

Σύμφωνα με την μελέτη των Kamiya T και Miron N, Cristea V: «Ο γαστρεντερικός σωλήνας είναι ένας σωλήνας με επένδυση βλεννογόνου στον αυλό του, ακολουθούμενη από ένα σύνολο στρωμάτων υποβλεννογόνου, και λείο μυ πλούσιο σε νεύρα και αιμοφόρα αγγεία (6, 7).

Ο βλεννογόνος επιτρέπει στον γαστρεντερικό σωλήνα να εκτελέσει τις κύριες λειτουργίες του: πέψη και απορρόφηση θρεπτικών συστατικών από τη διατροφή, προστασία του σώματος από φυσικές και χημικές βλάβες και παροχή ανοσίας εναντίον τους (6, 7) .

Η επένδυση αποτελείται από ένα μόνο στρώμα επιθηλιακών κυττάρων. Το επιθήλιο του λεπτού εντέρου είναι διπλωμένο εκτεταμένα για να παρέχει μια πολύ μεγάλη απορροφητική επιφάνεια (6, 7)».

Οι εμπεριστατωμένες μελέτες των Kamiya T, Miron N, Cristea V Birchenough GM και συνεργατών και Clevers HC, Bevins CL περιγράφουν ότι (6-9): «Ο βλεννογόνος του εντέρου περιέχει διάφορους τύπους κυττάρων: εντεροκύτταρα, τα κύτταρα Paneth, κ.α.

Ένα μεγάλο ποσοστό (80%) των κυττάρων του εντερικού βλεννογόνου είναι εντεροκύτταρα των οποίων ο κύριος ρόλος είναι η απορρόφηση των θρεπτικών συστατικών και των μη συζευγμένων χολικών αλάτων (6-9).

Μπορούν επίσης να συμμετέχουν στη χημική επεξεργασία τροφίμων και να συνεργάζονται με άλλα κύτταρα για την επαγωγή της ανοσολογικής ανοχής στις προσλαμβανόμενες πρωτεΐνες (6-9).

Τα κύτταρα paneth συνθέτουν και εκκρίνουν σημαντικές ποσότητες αντι-μικροβιακών πεπτιδίων που είναι βασικοί μεσολαβητές των αλληλεπιδράσεων ξενιστών-μικροβίων, συμπεριλαμβανομένης της ομοιόστασης και ισορροπίας με τον αποικισμό του μικροβιώματος και της έμφυτης ανοσολογικής προστασίας από εντερικά παθογόνα (6-9)».

Ο εντερικός βλεννογόνος και η μικροβιακή χλωρίδα του εντέρου

Σύμφωνα με την μελέτη ανασκόπησης της διεθνούς βιβλιογραφίας των Imam Hossen και συνεργατών,  Furusawa Yukihiro και συνεργατών, Ley και συνεργατών και Wells και συνεργατών (10-13): «Ο εντερικός βλεννογόνος κατοικείται από περίπου 100 τρισεκατομμύρια μικρόβια».

Σύμφωνα με την μελέτη των Willey και συνεργατών, Guarner και συνεργατών, Sears και Cynthia L. Και Beaugerie, Laurent, and Jean-Claude Petit περιγράφουν ότι (14-17): «Τα περισσότερα από τα μικρόβια που ενδημούν στον εντερικό βλεννογόνο  είναι από τις οικογένειες των Bifidobacterium, Bacteroides, Clostridium, Faepali-bacterium και Peptostreptococcus. Το 99% από αυτά είναι αναερόβια. Τα είδη της οικογένειας των Bifidobacterium αντιπροσωπεύουν πάνω από το 30% όλων των βακτηρίων που υπάρχουν στο έντερο (14-17)».

Η μελέτη των Singh  και συνεργατών περιγράφει την επίδραση του σύγχρονου τρόπου ζωής και συνηθειών διατροφής (18). Σύμφωνα με τους επιστήμονες που συνέγραψαν την μελέτη αυτή: «Ο σύγχρονος τρόπος ζωής και οι δυτικός τρόπος διατροφής και συνηθειών έχουν την δυνατότητα να προκαλέσουν ιδιαίτερη μεταβολή στην σύνθεση αλλά και στη διατήρηση της μικροβιακής ισορροπίας στο έντερο (18).

Η διατροφική συνήθεια που περιλαμβάνει προϊόντα ή είδη διατροφής με υψηλή περιεκτικότητα σε λιπαρά και ζάχαρη, αντί μιας ισορροπημένης δίαιτας πλούσιας σε φυτικές ίνες, μπορεί να οδηγήσει σε δυσλειτουργία και εντερική μικροβιακή δισβίωση (18)».

Σύμφωνα με την μελέτη των McGuckin και συνεργατών: «Οι ακατάλληλες διατροφικές συνήθειες, οι καταστάσεις στρες και άγχους, η τροποποιημένη βακτηριακή χλωρίδα και οι ιώσεις επηρεάζουν την ομοιόσταση του εντέρου και τελικά οδηγούν στη δυσλειτουργία και διαταραχή του εντερικού φραγμού (19)».

Οι μελέτες των Swank και συνεργατών και Scarpioni και συνεργατών περιγράφουν ότι (20, 21): «Η βλάβη του εντερικού βλεννογόνου αυξάνει την εντερική διαπερατότητα, που με την σειρά της οδηγεί στην βακτηριακή μετατόπιση και στην φλεγμονή (20).

Ως συνέπεια της ανθυγιεινής διατροφικής συνήθειας και την επιλογή του τρόπου ζωής για μεγάλο χρονικό διάστημα, ο εντερικός βλεννογόνος μαζί με τις TJ πρωτεΐνες βάλλεται και  τελικά φλεγμονώδεις κυτοκίνες αναλαμβάνουν δράση. Η παρουσία φλεγμονωδών κυτοκινών σε υπερβολικές ποσότητες ασκούν επιβλαβείς επιδράσεις, που οδηγούν σε σοβαρή φλεγμονή και, τέλος, σε ασθένειες (21)».

Ο ρόλος της διατροφής στις φλεγμονώδεις νόσους του εντέρου

Η μελέτη ανασκόπησης της διεθνούς βιβλιογραφίας από του Jose´ Antonio Uranga και συνεργάτες και M’Kooma AE περιγράφουν (22, 23): «Η δυτική διατροφή, που ονομάζεται επίσης δυτικό διατροφικό πρότυπο ή η διατροφή »meat-sweet» χαρακτηρίζεται από υψηλότερες προσλήψεις κόκκινου και επεξεργασμένου κρέατος, βουτύρου, γαλακτοκομικών προϊόντων υψηλής περιεκτικότητας σε λιπαρά, αυγών, επεξεργασμένων δημητριακών, πατατών (τηγανιτές ή με διάφορους τρόπους επεξεργασμένες ή μαγειρεμένες) και τηγανητών γενικότερα, και ποτών υψηλής περιεκτικότητας σε ζάχαρη (22, 23)».

Η μελέτη ανασκόπησης της διεθνούς βιβλιογραφίας που δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Nutrients από τους Davis C και συνεργάτες περιγράφει ότι (24): «Η διατροφή δυτικού τύπου έρχεται σε υψηλή αντίθεση με τις μη δυτικές δίαιτες, όπως η μεσογειακή διατροφή, η οποία έχει υψηλότερα επίπεδα φρούτων, λαχανικών, τροφίμων ολικής άλεσης, πουλερικών και ψαριών (24)».

Οι μελέτες των Owczarek D και συνεργατών, Jakubowski A και συνεργατών, περιγράφουν ότι: «Η δυτική διατροφή φαίνεται να εμπλέκεται σε πολλές ασθένειες και διαφορετικά επιδημιολογικά δεδομένα υποδεικνύουν ότι η κατανάλωση μιας δυτικής διατροφής σχετίζεται με αυξημένο κίνδυνο IBD (25, 26)».

Αναδρομικές μελέτες των Reif S και συνεργατών, Russel MG περιγράφουν ότι: «Εντόπισαν αυξημένη κατανάλωση μονοσακχαριτών πριν από την εμφάνιση του IBD (27, 28)».

Οι μελέτες των Russel MG και συνεργατών και Sakamoto N και συνεργατών έχουν δείξει ότι, «Φαίνεται να υπάρχει αρνητική επίδραση των γλυκών και των τεχνητών γλυκαντικών στον κίνδυνο ανάπτυξης τόσο UC όσο και CD (28, 29)».

Ωστόσο, η μελέτη των Chan SS και συνεργατών: «Δεν έδειξε κάποια συσχέτιση μεταξύ της συνολικής πρόσληψης υδατανθράκων, ζάχαρης ή αμύλου στη συχνότητα εμφάνισης UC ή CD (30)».

H μελέτη των Racine A και συνεργατών στην οποίαν συμμετείχαν ασθενείς με IBD περιγράφει ότι, «Δεν έδειξε κάποια συσχέτιση μεταξύ του διατροφικού προτύπου και των κινδύνων UC ή CD, αλλά μια μη ισορροπημένη διατροφή, με υψηλή κατανάλωση ζάχαρης και αναψυκτικών και χαμηλή κατανάλωση λαχανικών, συσχετίστηκε με τον κίνδυνο UC (31). Σύμφωνα με τα αποτελέσματα των επιστημόνων που συνέταξαν την μελέτη αυτή:

«Μια δίαιτα χαμηλής περιεκτικότητας σε φυτικές ίνες μπορεί να αυξήσει τον κίνδυνο CD, και, εάν σχετίζεται με την υψηλή κατανάλωση ζάχαρης και αναψυκτικών, μπορεί επίσης να αυξήσει τον κίνδυνο UC (31)».

Οι μελέτες των Sakamoto N και συνεργατών και Ananthakrishnan AN και συνεργατών δείχνουν ότι: «Οι δίαιτες υψηλής περιεκτικότητας σε φυτικές ίνες (που δεν είναι χαρακτηριστικές μιας δυτικής διατροφής), ιδιαίτερα εκείνες στις οποίες οι ίνες προέρχονται από πηγές φρούτων, μείωσαν τον κίνδυνο ανάπτυξης CD (29, 32)».

Η μελέτη των Russel MG και συνεργατών έδειξε ότι (28): «Η αντιφλεγμονώδης και αντιοξειδωτική δράση των βιταμινών και των ανόργανων συστατικών (βιταμίνη C, μαγνήσιο κ.α.), που περιέχονται στα φρούτα και τους χυμούς φρούτων είναι προστατευτική, και τα εσπεριδοειδή συνιστώνται ιδιαίτερα από τους επιστήμονες που συνέγραψαν την μελέτη αυτή (28)».

Οι μελέτες των Gustafson B και συνεργατών, Hotamisligil GS και συνεργατών και Greenfield JR και συνεργατών περιγράφουν ότι, «Η δυτική διατροφή συνδέεται χαρακτηριστικά με την ανάπτυξη της παχυσαρκίας, η οποία έχει συνδεθεί με την υπερβολική υπερτροφία των λιποκυττάρων, δημιουργώντας μια προ-φλεγμονώδη κατάσταση μέσω της έκκρισης φλεγμονωδών κυτοκινών και χημειοκινών. Αυτοί οι παράγοντες μπορεί να συνδέονται στενά με την παθογένεση IBD (33-35)».

Σύμφωνα με τις μελέτες των Chan SSM και συνεργατών και Dong J και συνεργατών: «Ο δείκτης μάζας σώματος (ΔΜΣ) δεν συσχετίστηκε με τη νοσηρότητα του IBD (ούτε CD ούτε UC), γεγονός που υποδηλώνει ότι η αυξημένη θερμιδική πρόσληψη και ο αυξημένος ΔΜΣ καθαυτός μπορεί να μην είναι αρκετοί για να προκαλέσουν την ανάπτυξη του IBD (36, 37)».

Μορφές και πηγές Οξειδωτικών Ριζών του εντερικού ιστού

Οξειδωτικές Ρίζες Οξυγόνου

Η μελέτη των Miller DM και συνεργατών περιγράφει ότι (38), «Η πιο άφθονη ελεύθερη ρίζα στους ανθρώπινους ιστούς είναι το υπεροξείδιο του ανιόν του οξυγόνου (O2•−), που παράγεται από την προσθήκη ενός ηλεκτρονίου στο μοριακό οξυγόνο (38)».

Η μελέτη των Muller FL  και συνεργατών περιγράφει ότι (39), «Η κύρια πηγή O2•− σε ένα κύτταρο είναι σύμπλοκο (complex) Ι και ΙΙΙ της μιτοχονδριακής αλυσίδας μεταφοράς ηλεκτρονίων, η οποία μετατρέπει το 1-3% του συνολικού οξυγόνου στο υπεροξείδιο του οξειδίου. Μια άλλη πηγή O2•− είναι μια ενζυμική αντίδραση που καταλύεται από την ξανθίνη οξειδάση (XO) και την οικογένεια NOX (39)».

Η μελέτη των Dutta και Rittinger και των Geiszt M και συνεργατών περιγράφει ότι (40, 41): «Η οικογένεια NOX αποτελείται από πέντε ισομορφές, από τις οποίες το NOX1 εκφράζεται σε μεγάλο βαθμό στα κύτταρα του επιθηλίου του παχέος εντέρου (40). Όταν ενεργοποιείται, το NOX1 καταλύει τη μεταφορά διαμεμβρανικών ηλεκτρονίων σε δύο μοριακά οξυγόνα που σχηματίζουν και φαίνεται να ενισχύει την άμυνα (42).

Οι μελέτες των Tabatabaie και συνεργατών, Takeuchi και συνεργατών και Halliwell και συνεργατών αναλύουν τον μηχανισμό παραγωγής και δράσης των οξειδωτικών ριζών οξυγόνου και υδροξυλίου στα κύτταρα του γασττρεντερικού σωλήνα (42-44). Σύμφωνα με του επιστήμονες αυτούς: «Υπό συνθήκες στρες, οι συγκεντρώσεις O2•− αυξάνονται, οδηγώντας σε υπερβολική παραγωγή της επιβλαβούς ελεύθερης ρίζας του υδροξυλίου (OH•) μέσω της αντίδρασης Haber-Weiss.

Η ελεύθερη ρίζα του υδροξυλίου παράγεται επίσης από το υπεροξείδιο του υδρογόνου (H2O2) στην αντίδραση που καταλύεται από ιόν του σιδήρου (Fe2+) στην αντίδραση λεγόμενη αντίδραση Fenton.

Στο γαστρεντερικό (GI) σωλήνα, η OH• αδρανοποιεί ένα κρίσιμο μιτοχονδριακό ένζυμο, την πυρουβική αφυδρογονάση, αποπολυμεροποιεί την πρωτεΐνη βλεννίνη (mucin) του GI και προκαλεί βλάβες στο μιτοχονδριακό RNA και DNA (42-44)».

Η μελέτη των Poli και συνεργατών και Winczura και συνεργατών περιγράφει ότι (45, 46): «Μια άλλη μορφή της ελεύθερης ρίζας οξυγόνου (O2 •−) είναι η ελεύθερη ρίζα του υπερυδροξυλίου (HOO•), η οποία ξεκινά την υπεροξείδωση λιπαρών οξέων. Η υπεροξείδωση των λιπιδίων διαταράσσει την ακεραιότητα, τη ρευστότητα και τη διαπερατότητα των βιομεμβρανών, τροποποιεί τις λιποπρωτεΐνες σε προφλεγμονώδεις μορφές και παράγει δυνητικά τοξικά προϊόντα. Επιπλέον, τα προϊόντα υπεροξείδωσης των λιπιδίων έχουν αποδειχθεί ότι έχουν μεταλλαξιογόνες και καρκινογόνες ιδιότητες (45, 46).

Οι μελέτες των Fransen και συνεργατών και Sanders LM και συνεργατών περιγράφουν ότι (47, 48): «Εκτός από τα μιτοχόνδρια, μια άλλη πηγή ελεύθερων ριζών στα κύτταρα είναι τα υπεροξεισώματα, τα οποία καταναλώνουν οξυγόνο και παράγουν υπεροξείδιο του υδρογόνου (H2O2).

Υπό φυσιολογικές συνθήκες, το H2O2 που προέρχεται από τα υπεροξεισώματα μετατρέπεται σε νερό μέσω του ενζύμου της καταλάσης (CAT). Ωστόσο, ένα κατεστραμμένο υπεροξείσωμα απελευθερώνει το H2O2 απευθείας στο κυτταρόπλασμα, συμβάλλοντας έτσι στο οξειδωτικό στρες.

Επιπλέον, μαζί με το O2•−, το H2O2 μπορεί να μετατραπεί σε εξαιρετικά τοξικό και οξειδωτικό  OH• και στη συνέχεια μέσω των αντιδράσεεων Fenton και Haber-Weiss να παράγει μια αλυσίδα ιδιαίτερα αρνητικών γεγονότων (47, 48)

Οι διαφορές στην παραγωγή ROS μπορεί να επηρεάσουν τα επίπεδα των οξειδωμένων πρωτεϊνών, των λιπιδίων και της βλάβης του DNA, συμβάλλοντας έτσι στην υψηλότερη ευαισθησία του παχέος εντέρου σε ασθένειες του GI (47, 48)».

Οξειδωτικές Ρίζες Αζώτου

Η μελέτη των Ghafourifar P, Cadenas E περιγράφει ότι (49), «Η δεύτερη ομάδα των ελεύθερων ριζών είναι οι ελεύθερες ρίζες αζώτου που είναι υποπροϊόντα των ενζύμων συνθάσες μονοξειδίου του αζώτου (NOS), τα οποία εκφράζονται σε επιλεγμένα κύτταρα του εντερικού βλεννογόνου. Υπάρχουν δύο ισο-μορφές του  NOS. Το  eNOS  και το iNOS (49)».

Οι μελέτες των Kim και Kim και Binion και συνεργατών περιγράφουν ότι (50, 51): «Η ελεύθερη ρίζα eNOS έχει σχετικά μεγάλο χρόνο ημιζωής, αλλά αργό χρόνο αντίδρασης λόγω της ταχείας διάχυσης του στην κυκλοφορία του αίματος και της αδρανοποίησης της από την αιμοσφαιρίνη.

Η ελεύθερη ρίζα eNOS είναι ζωτικής σημασίας για τη σωστή λειτουργία ενός οργανισμού, καθώς η φυσιολογική του δράση περιλαμβάνει τη νευροδιαβίβαση, τη ρύθμιση της αρτηριακής πίεσης και την ανοσοδιαμόρφωση.

Επιπλέον, Η ελεύθερη ρίζα eNOS προστατεύει τα επιθηλιακά κύτταρα από την τοξικότητα που προκαλείται από το H2O2 και μειώνει την πρόσφυση των λευκοκυττάρων στα ενδοθηλιακά κύτταρα (50, 51).

Η μελέτη των Dijkstra G και συνεργατών περιγράφει ότι (52): «Η άλλη ισομορφή NOS που ονομάζεται inducible NOS (iNOS) παράγει NO• με σταθερό τρόπο. Το iNOS ανιχνεύεται μόνο σε φλεγμονώδεις ιστούς και είναι υπεύθυνο για υπερβολική παραγωγή Reactive nitrogen species (RNS) σε ενεργοποιημένα μακροφάγα, λευκοκύτταρα και επιθηλιακά κύτταρα στον εντερικό βλεννογόνο (52)».

Η μελέτη των Sklyarov και συνεργατών περιγράφει τον μηχανισμό όπου φαίνεται ότι (53): «Στην UC, η ενεργοποίηση του βρόχου iNOS/κυκλοοξυγενάσης-2 (COX-2)/5-λιποοξυγενάσης (5-LOX) και η αυξημένη περιεκτικότητα των τελικών προϊόντων τους, δηλαδή iNOS, η προσταγλανδίνη Ε2 (PGE2) και η λευκοτριίνη Β4 (LTB4), συμβάλλουν στη βλάβη του βλεννογόνου του παχέος εντέρου με υπερπαραγωγή ελεύθερων ριζών και δυσλειτουργία του αντιοξειδωτικού συστήματος (53).

H μελέτη των Perner και συνεργατών περιγράφει ότι (54): «Το iΝΟΣ που προέρχεται από NOS αντιδρά με την τυροσίνη που οδηγεί στην παραγωγή νιτροτυροσίνης. Αναφέρθηκε ότι οι ασθενείς με UC, έχουν έντονη επιθηλιακή χρώση για νιτροτυροσίνη που σχετίζεται με τη διείσδυση ουδετερόφιλων στο επιθήλιο (54).

Η αντίδραση μεταξύ του NO• με το O2 •− οδηγεί σε παραγωγή υπεροξυνιτρωδών (ONOO−), τα οποία είναι ένας επιθετικός οξειδωτικός παράγοντας που μπορεί να προκαλέσει κατακερματισμό του DNA και οξείδωση των λιπιδίων. Το υπεροξυνιτρώδες παράγεται σε κύτταρα που περιέχουν ένζυμα NOS, ιδίως δε κατά την διάρκεια της φλεγμονώδους αντίδρασης (54).

Η Υπεροξείδωση των λιπιδίων και οι Ελεύθερες Ρίζες Λιπιδίων

Η μελέτη ανασκόπησης της διεθνούς βιβλιογραφίας των Catala περιγράφει (55):  «Τόσο το ROS όσο και το RNS μπορούν να συμβάλουν στην υπεροξείδωση των λιπιδίων. Ιδιαίτερα ευαίσθητα σε οξειδωτικές βλάβες είναι τα λιπίδια της μεμβράνης και οι λιποπρωτεΐνες, καθώς είναι πλούσια σε πολυακόρεστα λιπαρά οξέα.

Κατά τη διάρκεια της υπεροξείδωσης των λιπιδίων, μια ομάδα υδροξυλίου εισάγεται στις υδρόφοβες ουρές των ακόρεστων λιπαρών οξέων. Αυτή η αλλαγή μπορεί να οδηγήσει σε διαρθρωτικές μεταβολές των βιομεμβρανών και των λιποπρωτεϊνών μέσω διαταραχής των αλληλεπιδράσεων υδρόφοβων λιπιδίων-λιπιδίων και λιποπρωτεΐνης, ή μπορεί να οδηγήσει σε παραγωγή ριζών υδροξυλίου και αντιδρώντων παραγώγων αλδεΰδης, οι οποίες μπορεί να προκαλέσουν δευτερογενείς τροποποιήσεις άλλων συστατικών των κυττάρων (55)».

Ποια είναι τα δεδομένα των κλινικών δοκιμών για την χρήση των αντιοξειδωτικών και των φυτοχημικών ενώσεων;

Στη μελέτη ανασκόπησης της διεθνούς βιβλιογραφίας των Islam Khan και συνεργατών περιγράφεται (1): «Η αρχική γενική αναζήτηση Medline έγινε χρησιμοποιώντας τις ακόλουθες λέξεις-κλειδιά και οδήγησε σε 372 αναφορές: “celiac or Crohn’s or inflammatory bowel or irritable bowel or colitis” and “antioxidants” and “clinical trials”. Μια τροποποιημένη αναζήτηση χρησιμοποιώντας τις ακόλουθες λέξεις-κλειδιά και το όνομα του κάθε αντιοξειδωτικού οδήγησε σε συνολικά 340 δημοσιεύσεις: celiac” or “Crohn’s” or “inflammatory bowel” or “irritable bowel” or “colitis”, and “trial”.

Ωστόσο, πολύ λίγες από αυτές τις αναζητήσεις ήταν κλινικές δοκιμές σε ανθρώπους. Οι περισσότερες από αυτές ήταν μελέτες in vitro ή μελέτες σε ζώα. Οι μελέτες αυτές διέφεραν όχι μόνο στα αντιοξειδωτικά που δοκιμάστηκαν, αλλά και στις μεθόδους μελέτης, τα κριτήρια, τα μεγέθη των δειγμάτων, τη διάρκεια της μελέτης, τη χρήση εικονικών φαρμάκων ή μαρτύρων, την αυστηρότητα και την υποκειμενικότητα (τυχαία, τυφλά, ανοικτά και ερωτηματολόγια, τύποι κλινικών συμπτωμάτων που μετρήθηκαν)».

Ποια είναι τα δεδομένα των κλινικών δοκιμών με την χρήση της 25-OH-D3;

Σύμφωνα με την μελέτη των Forbes A και συνεργατών: «Η βιταμίνη D εμπλέκεται σε ένα ευρύ φάσμα φυσιολογικών διεργασιών και ιδιαίτερα χαρακτηρίζεται από τη ρύθμιση της ομοιόστασης του ασβεστίου. Συνιστάται σε ασθενείς με IBD με ενεργή νόσο και σε εκείνους που λαμβάνουν θεραπεία με στεροειδή για την παρακολούθηση για το ασβέστιο ορού, καθώς και η συμπληρωματική χορήγηση της εάν απαιτείται, για να βοηθήσει στην πρόληψη της χαμηλής οστικής πυκνότητας (56)».

Σύμφωνα με τις δημοσιευμένες μελέτες των Ardesia M και συνεργατών, Barbáchano A και συνεργατών και Kong J και συνεργατών (57-59): «Ωστόσο, χαμηλά επίπεδα βιταμίνης D στον ορό έχουν επίσης αναφερθεί σε διάφορες ασθένειες που σχετίζονται με το ανοσοποιητικό, επισημαίνοντας μια ανοσοτροποποιητική λειτουργία. Οι υποδοχείς βιταμίνης D βρίσκονται στους περισσότερους ιστούς και κύτταρα του σώματος και στο έντερο, με υψηλή έκφραση στο λεπτό έντερο και το παχύ έντερο. Η βιταμίνη D και ο υποδοχέας της είναι γνωστό ότι αλληλεπιδρούν με διαφορετικούς παράγοντες του ανοσοποιητικού συστήματος που εμπλέκονται σε έμφυτες λειτουργίες του ανοσοποιητικού συστήματος και προσαρμοστικές αποκρίσεις των Τ-κυττάρων, καθώς και στη διατήρηση της ακεραιότητας του εντερικού φραγμού (57-59)».

Σύμφωνα με τις δημοσιευμένες μελέτες των Blanck S και Aberra F, Jørgensen SP και συνεργατών και Raftery T και συνεργατών: «Διαφορετικές κλινικές μελέτες επιβεβαίωσαν μια συσχέτιση μεταξύ της κατάστασης της βιταμίνης D και των δεικτών της δραστηριότητας της νόσου και της φλεγμονής (60-62)».

Σύμφωνα με τις δημοσιευμένες μελέτες των Gubatan J και συνεργατών και Kabbani TA και συνεργατών: «Στους IBD ασθενείς με χαμηλή βιταμίνη Ορού D φαίνεται να απαιτούνται περισσότερα φάρμακα, όπως στεροειδή και βιολογική θεραπεία, και έδειξαν αυξημένο κίνδυνο υποτροπής με αυξημένο ποσοστό επισκέψεων στο τμήμα επειγόντων περιστατικών και εισαγωγές στο νοσοκομείο, που υποδηλώνουν μια πιο σοβαρή πορεία της νόσου (63, 64)».

Η μελέτη των Ananthakrishnan AN και συνεργατών περιγράφει ότι (65): «Η ομαλοποίηση των επιπέδων βιταμίνης D στον ορό συσχετίστηκε με χαμηλότερο κίνδυνο χειρουργικής επέμβασης που σχετίζεται με CD σε σύγκριση με ασθενείς με χαμηλό επίπεδο βιταμίνης D στον ορό (65).

Η κλινική μελέτη των Daniel Caviezel και συνεργατών περιγράφει ότι (66): «Η cross-sectional ανάλυση των ασθενών με IBD έδειξε ότι, η ανεπάρκεια 25-OH-D3 εντοπίζεται συχνότερα μεταξύ των ασθενών με CD παρά μεταξύ των ασθενών με UC. (66).

Η κλινική μελέτη των A Abbasnezhad και συνεργατών περιγράφει αντίστοιχα οφέλη για την 25-OH-D3 (67)».

Ποια είναι τα δεδομένα των κλινικών δοκιμών με την χρήση των Φλαβονοειδών;

Τα φλαβονοειδή, επίσης γνωστά ως βιοφλαβονοειδή, είναι πολύχρωμες πολυφαινόλες με αντιοξειδωτικές ιδιότητες που βρίσκονται στα φυτά, και κατηγοριοποιούνται με βάση τη χημική τους δομή σε φλαβονόλες, φλαβονές, φλαβανόνες, ισοφλαβόνες, κατεχίνες, ανθοκυανιδίνης και χαλκόνους.

Η μελέτη των Dominika Gł  και συνεργατών περιγράφει ότι (68):

«Ένα στα τέσσερα άτομα με ελκώδη κολίτιδα σε ύφεση χαρακτηρίστηκε ότι είχε ανεπαρκή πρόσληψη φλαβονοειδών.

Οι υψηλότερες προσλήψεις λυκοπενίου, λουτεΐνης και ζεαξανθίνης σε άτομα με ελκώδη κολίτιδα σε ύφεση συσχετίστηκαν με χαμηλότερο αίμα κοπράνων, βλέννα και πύον, αλλά όχι με χαμηλότερη συχνότητα εμφάνισης κοιλιακού πόνου.

Η υψηλότερη πρόσληψη καροτενίου σε άτομα με ελκώδη κολίτιδα σε ύφεση μπορεί να συμβάλει στην υψηλότερη συχνότητα εμφάνισης κοπράνων βλέννας.

Η βελτιστοποίηση της πρόσληψης συγκεκριμένων φλαβονοειδών μπορεί να ενισχύσει τον έλεγχο της νόσου σε άτομα με ελκώδη κολίτιδα. Μελλοντικές μελέτες απαιτούνται για να επιβεβαιωθεί αυτό (68)».

Ποια είναι τα δεδομένα των κλινικών δοκιμών με την χρήση της Κουρκουμίνης;

Η μελέτη των Howitz KT και Sinclair DA αναλύει ότι (69): «Η κουρκουμίνη είναι ένα αντιοξειδωτικό σε κουρκούμη (το ριζώματα του Curcuma longa ή Curcuma domestica) το οποίο χρησιμοποιείται εκτενώς ως μπαχαρικό. Αναστέλλει τις φλεγμονώδεις οδούς μειώνοντας τις δραστηριότητες του υποδοχέα του aryl υδρογονανθράκων, της IL-1βκαι της COX, της οδού AKT/mTOR που ελέγχει την ενέργεια και των οδών ινσουλίνης (69)».

Η κλινική μελέτη των Bundy R και συνεργατών περιγράφει ότι (70): «Η κουρκουμίνη ήταν καλά ανεκτή. Η τυχαία αυτή τυφλή μελέτη έδειξε ότι η κουρκουμίνη είναι ευεργετική για τους ασθενείς με IBS, αλλά η μελέτη δεν περιείχε έλεγχο εικονικού φαρμάκου (70)» .

Οι μελέτες των Lang A και συνεργατών και Singla V και συνεργατών που ήταν ανεξάρτητες τυχαίες διπλά τυφλές ελεγχόμενες με εικονικό φάρμακο μελέτες έδειξαν ότι (71, 72): «Η συνδυασμένη θεραπεία με κουρκουμίνη και μεσαλαμίνη ήταν ανώτερη έναντι μόνο της μεσαλαμίνης (71, 72)».

Οι μελέτες των Holt PR και συνεργατών και Suskind DL συνεργατών περιγράφουν ότι (73, 74): «η κουρκουμίνη έδειξε οριακή αποτελεσματικότητα για IBD σε ενήλικες και παιδιατρικούς ασθενείς (73, 74)».

Οι συγγραφείς της μελέτης ανασκόπησης της διεθνούς βιβλιογραφίας Islam Khan και συνεργατών περιγράφουν ότι (1): «Τα στοιχεία για την κουρκουμίνη μόνο ως θεραπεία για UC μπορεί να είναι οριακή, αλλά τα στοιχεία είναι καλύτερα για τη χρησιμότητά της σε συνδυασμένη χορήγηση της με μεσαλαμίνη (1)».

Ποια είναι τα δεδομένα των κλινικών δοκιμών με την χρήση της Μέντας;

Η μελέτη των Riachi LG και De Maria CA περιγράφει ότι: «Η Μέντα (Mentha piperita) περιέχει διάφορα αντιοξειδωτικά, όπως το ροσμαρινικό οξύ, εριοσιτρίνη, λουτεολίνη, και τερπένια (75).

Οι μελέτες που εξέτασαν τα οφέλη της μέντας στο IBS είναι οι παρακάτω: Liu JH και συνεργατών, Rees WD και συνεργατών, Alam MS και συνεργατών, Cappello G και συνεργατών, Cash BD και συνεργατών και Merat S και συνεργατών (76-81)».

Οι συγγραφείς της μελέτης ανασκόπησης της διεθνούς βιβλιογραφίας Islam Khan και συνεργατών περιγράφουν ότι (1): «Με βάση αυτές τις μελέτες, η μέντα έχει μια οριακή αποτελεσματικότητα. Ωστόσο, είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι δεν υπάρχουν ανεπιθύμητες ενέργειες, αν και υπήρξε υψηλό ποσοστό εγκατάλειψης σε μία δοκιμή (81)».

Ποια είναι τα δεδομένα των κλινικών δοκιμών με την χρήση της Ρεσβερατρόλης;

Σύμφωνα με την μελέτη ανασκόπησης της διεθνούς βιβλιογραφίας των Sandra Nunes και συνεργατών περιγράφουν ότι (82): «Οι κλινικές δοκιμές σε ανθρώπους των πιθανών θεραπευτικών ή, καλύτερα, των επιδράσεων της ρεσβερατρόλης στην IBD είναι λίγες (82)».

Οι συντάκτες της μελέτης αυτής περιγράφουν ότι η μελέτη που διεξάχθηκε από τους Samsami-Kor M και συνεργάτες (τυχαιοποιημένη, διπλή-τυφλή, ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο κλινική δοκιμή που αξιολόγησε τις επιδράσεις των συμπληρωμάτων ρεσβερατρόλης στους φλεγμονώδεις βιοδείκτες και την ποιότητα ζωής των ασθενών με UC) έδειξε ότι (83): «Οι συγγραφείς της μελέτης αυτής παρατήρησαν ότι τα επίπεδα στο πλάσμα της υψηλής ευαισθησίας C-αντιδραστικής πρωτεΐνης στην ομάδα που αντιμετωπίζεται με ρεσβερατρόλη μειώθηκαν. Επιπλέον, τα επίπεδα TNF-α  και NF-κΒ p65 στο πλάσμα μειώθηκαν ως απάντηση στη ρεσβερατρόλη.

Η ποιότητα ζωής αυτών των ασθενών βελτιώθηκε και η βαθμολογία του δείκτη κλινικής κολίτιδας μειώθηκε σημαντικά σε σύγκριση με την ομάδα του εικονικού φαρμάκου (83)».

Η κλινική δοκιμή που δημοσιεύθηκε από τους Samsamikor M και συνεργάτες έδειξε ότι (84): «Η οξειδωτική κατάσταση των ασθενών με ήπια έως μέτρια UC φαίνεται να είναι σημαντικά βελτιωμένη στους ασθενείς στους οποίους χορηγήθηκε ρεσβερατρόλη (84)».

Οι συγγραφείς της μελέτης ανασκόπησης της διεθνούς βιβλιογραφίαςSandra Nunes και συνεργάτες περιγράφουν ότι (82): «Συνολικά, οι μελέτες αυτές δείχνουν ότι η ρεσβερατρόλη μπορεί να βελτιώσει την ποιότητα ζωής των ασθενών με IBD, και να μειώσει τη φλεγμονή και το οξειδωτικό στρες.

Η έρευνα στο μέλλον θα πρέπει να επικεντρώνεται σε τρία κύρια θέματα: (i) την αύξηση της αποτελεσματικότητας και της βιοδιαθεσιμότητας της ρεσβερατρόλης, (ii) διερεύνηση των αντιφλεγμονωδών επιδράσεων των μεταβολιτών της ρεσβερατρόλης σε χρόνιες φλεγμονώδεις ασθένειες όπως IBD, καθώς επίσης και στον προσδιορισμό των πιθανών ανταγωνιστικών ή συνεργατικών αλληλεπιδράσεων αυτών των μεταβολιτών με ρεσβερατρόλη, και (iii) την εκτέλεση μιας σειράς κλινικών δοκιμών (82)».

Ποια είναι τα δεδομένα των κλινικών δοκιμών με την χρήση των Ω3-PUFAS

Στη μελέτη ανασκόπησης της διεθνούς βιβλιογραφίας των Islam Khan και συνεργατών περιγράφεται (1): «Τα Ωμέγα-3 και ωμέγα-6 πολυακόρεστα λιπαρά οξέα (PUFA) είναι παρόντες στο ιχθυέλαιο και επίσης σε κάποιο βαθμό σε σπόρους λιαναρόσπορου (Linum usitatissimum). Τα PUFA και το ιχθυέλαιο εξετάστηκαν για τα θεραπευτικά τους αποτελέσματα σε CD, UC και IBS στις κλινικές μελέτες (85-99)».

Οι συγγραφείς της μελέτης ανασκόπησης της διεθνούς βιβλιογραφίας Islam Khan και συνεργατών περιγράφουν ότι (1): «Η αποτελεσματικότητα του PUFA ή του ιχθυελαίου στην CD ή UC είναι, στην καλύτερη περίπτωση, οριακή. Ωστόσο, καμία από τις μελέτες δεν ανέφερε ανεπιθύμητες ενέργειες των συμπληρωμάτων PUFA (1)».

Ποια είναι τα συμπεράσματα της μελέτης ανασκόπησης των κλινικών δοκιμών για την χρήση των αντιοξειδωτικών και των φυτοχημικών ενώσεων;

Στη μελέτη ανασκόπησης της διεθνούς βιβλιογραφίας των Islam Khan και συνεργατών περιγράφεται συμπερασματικά (1):

«Εξετάστηκαν επίσης και τα ακόλουθα αντιοξειδωτικά, αλλά δεν υπάρχουν επαρκή στοιχεία σχετικά με τα οφέλη τους: Aloe vera, Andrographis paniculata, bilberry, Capsicum, carnosine, ferrous fumarate, green tea, kiwifruit, μαστίχα Χίου, N-acetyl cysteine, oxpentifylline, pomegranate, psyllium, Pycnogenol, superoxide dismutase, and tormentil.

Τα αποτελέσματα που αναφέρθηκαν σχετικά με τις επιδράσεις των αντιοξειδωτικών συμπληρωμάτων σε ασθένειες GI είναι ετερογενή. Μπορεί να υπάρχουν πολλοί λόγοι για αυτό:

  1. Οι ορισμοί των διαφόρων ασθενειών του γαστρεντερικού σωλήνα (GI) επικαλύπτονται και ενδεχομένως το ίδιο κάνουν και η διάγνωση, η αιτιολογία και η παθοφυσιολογία.
  • Η συνέπεια του παραπάνω είναι ότι, διαφορετικοί ερευνητές έχουν χρησιμοποιήσει μια ποικιλία δεικτών για την παρακολούθηση της αποτελεσματικότητας των αντιοξειδωτικών. Μερικές από τις μεθόδους ήταν αρκετά υποκειμενικές.  
  • Η έλλειψη ομοιομορφίας στις μελέτες για την τήρηση των κριτηρίων Cochrane για κλινικές δοκιμές προστίθεται ως ένας ακόμα παράγοντας που επιτείνει την σύγχυση.
  • Οι περισσότερες μελέτες δεν σχολίασαν την ποιότητα των αντιοξειδωτικών ουσιών που χρησιμοποιούνται. Αυτά μπορεί να διαφέρουν ανάλογα με το υποείδος που χρησιμοποιείται, τους προμηθευτές, την ηλικία των προϊόντων και τον τρόπο προετοιμασίας των εκχυλισμάτων.
  • Δεν αναφέρονται οι βασικοί αντιοξειδωτικοί καθοριστικοί παράγοντες τους. Η ποιότητα του προϊόντος, η σταθερότητα και η απορρόφηση του ίδιου αντιοξειδωτικού, μπορεί να διαφέρουν σημαντικά μεταξύ των διαφόρων κατασκευαστών.
  • Ο κατασκευαστής του αντιοξειδωτικού συχνά δεν αναφέρεται, και σύμφωνα με τα παραπάνω, αυτό μπορεί να έχει σημαντικό αντίκτυπο στο αν ένα συγκεκριμένο αντιοξειδωτικό, θα μπορούσε να έχει κάποιο κλινικό όφελος ή όχι».

Για αυτό είναι σημαντικό πάντα με επιτήρηση να δίνεται το σωστό αντιοξειδωτικό, στο σωστό συνδυασμό, την σωστή στιγμή, για τη σωστή διάρκεια (1, 100, 101)».

Βιβλιογραφία

  1. Islam Khan, Sue E. Samson, Ashok Kumar Grover, Antioxidant Supplements and Gastrointestinal Diseases: A Critical Appraisal, Review, Med Princ Pract 2017;26:201–217 DOI: 10.1159/000468988
  2. Chial HJ, Camilleri M: Gender differences in irritable bowel syndrome. J Gend Specif Med 2002; 5: 37–45.
  3. Molodecky NA, Soon IS, Rabi DM, et al: Increasing incidence and prevalence of the inflammatory bowel diseases with time, based on systematic review. Gastroenterology 2012; 142: 46–54.
  4. Loftus EV Jr: Clinical epidemiology of inflammatory bowel disease: incidence, prevalence, and environmental influences. Gastroenterology 2004; 126: 1504–1517.
  5. Lunney PC, Kariyawasam VC, Wang RR, et al: Smoking prevalence and its influence on disease course and surgery in Crohn’s disease and ulcerative colitis. Aliment Pharmacol Ther 2015; 42: 61–70.
  6. Kamiya T: The overlap in the genetic pathogenesis of ulcerative colitis and irritable bowel syndrome. Dig Dis Sci 2013; 58: 3379–3381.
  7. Miron N, Cristea V: Enterocytes: active cells in tolerance to food and microbial antigens in the gut. Clin Exp Immunol 2012; 167: 405–412.
  8. Birchenough GM, Johansson ME, Gustafsson JK, et al: New developments in goblet cell mucus secretion and function. Mucosal Immunol 2015; 8: 712–719.
  9. Clevers HC, Bevins CL: Paneth cells: maestros of the small intestinal crypts. Annu Rev Physiol 2013; 75: 289–311.
  10. Imam Hossen, Wu Huaa,b, Luo Tinge, Arshad Mehmood , Song Jingyi, Xu Duoxia, Cao Yanping, Wu Hongqing, Gao Zhipeng, Zhang Kaiqi, Yang Fang, and Xiao Junsong, Phytochemicals and inflammatory bowel disease: a review, CRITICAL REVIEWS IN FOOD SCIENCE AND NUTRITION https://doi.org/10.1080/10408398.2019.1570913
  11. Furusawa Yukihiro, Yuuki Obata, Shinji Fukuda, Takaho A. Endo, Gaku Nakato, Daisuke Takahashi, Yumiko Nakanishi, Chikako Uetake, Keiko Kato, Tamotsu Kato, et al. 2013. Commensal microbe-derived butyrate induces the differentiation of colonic regulatory T cells. Nature 504 (7480):446–50.
  12. Ley, Ruth E., Daniel A. Peterson, and Jeffrey I. Gordon. 2006. Ecological and evolutionary forces shaping microbial diversity in the human intestine. Cell 124 (4):837–48.
  13. Wells, Jerry M., Oriana Rossi, Marjolein Meijerink, and Peter van Baarlen. 2011. Epithelial crosstalk at the microbiota–mucosal interface. Proceedings of the National Academy of Sciences 108 (Supplement_1):4607–14. no. doi:10.1073/pnas.1000092107.
  14. Willey, Joanne M., Linda Sherwood, and Christopher J. Woolverton. 2011. Prescott’s microbiology. vol. 7. Singapore: McGraw-Hill
  15. Guarner, Francisco, and Juan-R. Malagelada. 2003. Gut flora in health and disease. Lancet (London, England) 361 (9356):512–9.
  16. Sears, Cynthia L. 2005. A dynamic partnership: celebrating our gut flora. Anaerobe 11 (5): 247–51.
  17. Beaugerie, Laurent, and Jean-Claude Petit. 2004. Microbial-gut interactions in health and disease. Antibiotic-associated diarrhoea. Best Practice & Research. Clinical Gastroenterology 18 (2):337–52. no.
  18. Singh, Rasnik K., Hsin-Wen Chang, Di Yan, Kristina M. Lee, Derya Ucmak, Kirsten Wong, Michael Abrouk, Benjamin Farahnik, Mio Nakamura, Tian Hao Zhu, et al. 2017. Influence of diet on the gut microbiome and implications for human health. Journal of Translational Medicine 15 (1):73
  19. McGuckin, Michael A., Rajaraman Eri, Lisa A. Simms, Timothy H. J. Florin, and Graham Radford-Smith. 2009. Intestinal barrier dysfunction in inflammatory bowel diseases. Inflammatory Bowel Diseases 15 (1):100–13. doi: 10.1002/ibd.20539.
  20. Swank, Gregory M., and Edwin A. Deitch. 1996. Role of the gut in multiple organ failure: Bacterial translocation and permeability changes. World Journal of Surgery 20 (4):411–7. doi: 10.1007/s002689900065.
  21. Scarpioni, Roberto, Marco Ricardi, and Vittorio Albertazzi. 2016. Secondary amyloidosis in autoinflammatory diseases and the role of inflammation in renal damage. World Journal of Nephrology 5 (1): 66–75.
  22. Jose´ Antonio Uranga, Visitacio´n Lo´ pez-Miranda, Felipe Lombo, Raquel Abalo, Food, nutrients and nutraceuticals affecting the course of inflammatory bowel disease, Review article, Pharmacological Reports, http://dx.doi.org/10.1016/j.pharep.2016.05.002
  23. M’Kooma AE. Inflammatory bowel disease: an expanding global health problem. Clin Med Insights Gastroenterol 2013;6:33–47.
  24. Davis C, Bryan J, Hodgson J, Murphy K. Definition of the Mediterranean diet; a literature review. Nutrients 2015;7:9139–53.
  25. Owczarek D, Rodacki T, Domagała-Rodacka R, Cibor D, Mach T. Diet and nutritional factors in inflammatory bowel diseases. World J Gastroenterol 2016;22:895–905.
  26. Jakubowski A, Zago´ rowicz E, Kraszewska E, Bartnik W. Rising hospitalization rates for inflammatory bowel disease in Poland. Pol Arch Med Wewn 2014;124:180–90.
  27. Reif S, Klein I, Lubin F, Farbstein M, Hallak A, Gilat T. Pre-illness dietary factors in inflammatory bowel disease. Gut 1997;40:754–60.
  28. Russel MG, Engels LG, Muris JW, Limonard CB, Volovics A, Brummer RJ, et al. Modern life in the epidemiology of inflammatory bowel disease: a casecontrol study with special emphasis on nutritional factors. Eur J Gastroenterol Hepatol 1998;10:243–9.
  29. Sakamoto N, Kono S, Wakai K, Fukuda Y, Satomi M, Shimoyama T, et al. Dietary risk factors for inflammatory bowel disease: a multicenter case control study in Japan. Inflamm Bowel Dis 2005;11:154–63.
  30. Chan SS, Luben R, van Schaik F, Oldenburg B, Bueno de Mesquita HB, Hallmans G, et al. Carbohydrate intake in the etiology of Crohn’s disease and ulcerative colitis. Inflamm Bowel Dis 2014;20:2013–21.
  31. Racine A, Carbonnel F, Chan SS, Hart AR, Bueno de Mesquita HB, Oldenburg B, et al. Dietary patterns and risk of inflammatory bowel disease in Europe: results from the EPIC Study. Inflamm Bowel Dis 2016;22:345–54.
  32. Ananthakrishnan AN, Khalili H, Konijeti GG, Higuchi LM, de Silva P, Korzenik JR, et al. A prospective study of long-term intake of dietary fiber and risk of Crohn’s disease and ulcerative colitis. Gastroenterology 2013;145:970–7.
  33. Gustafson B, Hammarstedt A, Andersson CX, Smith U. Inflamed adipose tissue a culprit underlying the metabolic syndrome and atherosclerosis. Arterioscler Thromb Vasc Biol 2007;27:2276–83.
  34. Hotamisligil GS, Arner P, Caro JF, Atkinson RL, Spiegelman BM. Increased adipose tissue expression of tumor necrosis factor-alpha in human obesity and insulin resistance. J Clin Invest 1995;95:2409–15.
  35. Greenfield JR, Samaras K, Jenkins AB, Kelly PJ, Spector TD, Gallimore JR, et al. Obesity is an important determinant of baseline serum C-reactive protein concentration in monozygotic twins, independent of genetic influences. Circulation 2004;109:3022–8.
  36. Chan SSM, Luben R, Olsen A, Tjonneland A, Kaaks R, Teucher B, et al. Body mass index and the risk for Crohn’s disease and ulcerative colitis: data from a European prospective cohort study (The IBD in EPIC Study). Am J Gastroenterol 2013; 108:575–82.
  37. Dong J, Chen Y, Tang Y, Xu F, Yu C, Li Y, et al. Body mass index is associated with inflammatory bowel disease: a systematic review and meta-analysis. PLoS One 2015;10:e0144872.
  38. Miller DM, Buettner GR, Aust SD (1990) Transition metals as catalysts of “autoxidation” reactions. Free Radic Biol Med 8:95–108
  39. Muller FL, Liu Y, Van Remmen H (2004) Complex III releases superoxide to both sides of the inner mitochondrial membrane. J Biol Chem 279:49064–49073
  40. Dutta S, Rittinger K (2010) Regulation of NOXO1 activity through reversible interactions with p22 and NOXA1. PLoS One 5:e10478
  41. Geiszt M, Lekstrom K, Brenner S, Hewitt SM, Dana R, Malech HL, Leto TL (2003) NAD (P) H oxidase 1, a product of differentiated colon epithelial cells, can partially replace glycoprotein 91phox in the regulated production of superoxide by phagocytes. J Immunol 171: 299–306
  42. Tabatabaie T, Potts JD, Floyd RA (1996) Reactive oxygen speciesmediated inactivation of pyruvate dehydrogenase. Arch Biochem Biophys 336:290–296
  43. Takeuchi T, Nakajima M, Morimoto K (1996) Relationship between the intracellular reactive oxygen species and the induction of oxidative DNA damage in human neutrophil-like cells. Carcinogenesis 17: 1543–1548
  44. Halliwell B (1999) Oxygen and nitrogen are pro-carcinogens. Damage to DNA by reactive oxygen, chlorine and nitrogen species: measurement, mechanism and the effects of nutrition. Mutat Res 443:37–52
  45. Poli G, Schaur RJ, SiemsWG, Leonarduzzi G (2008) 4-Hydroxynonenal: a membrane lipid oxidation product of medicinal interest. Med Res Rev 28:569–631
  46. Winczura A, Zdzalik D, Tudek B (2012) Damage of DNA and proteins by major lipid peroxidation products in genome stability. Free Radic Res 46:442–459
  47. Fransen M, Nordgren M, Wang B, Apanasets O (2012) Role of peroxisomes in ROS/RNS-metabolism: implications for human disease. Biochim Biophys Acta 1822:1363–1373
  48. Sanders LM, Henderson CE, Hong MY, Barhoumi R, Burghardt RC, Carroll RJ, Turner ND, Chapkin RS, Lupton JR (2004) Pro-oxidant environment of the colon compared to the small intestine may contribute to greater cancer susceptibility. Cancer Lett 208:155–161
  49. Ghafourifar P, Cadenas E (2005) Mitochondrial nitric oxide synthase. Trends Pharmacol Sci 26: 190–195
  50. Kim H, Kim KH (1998) Effect of nitric oxide on hydrogen peroxideinduced damage in isolated rabbit gastric glands. Pharmacology 57: 323–330
  51. Binion DG, Rafiee P, Ramanujam KS, Fu S, Fisher PJ, Rivera MT, Johnson CP, Otterson MF, Telford GL, Wilson KT (2000) Deficient iNOS in inflammatory bowel disease intestinal microvascular endothelial cells results in increased leukocyte adhesion. Free Radic Biol Med 29:881–888
  52. Dijkstra G, Moshage H, van Dullemen HM, de Jager-Krikken A, Tiebosch AT, Kleibeuker JH, Jansen PL, van Goor H (1998) Expression of nitric oxide synthases and formation of nitrotyrosine and reactive oxygen species in inflammatory bowel disease. J Pathol 186:416–421
  53. Sklyarov AY, Panasyuk NB, Fomenko IS (2011) Role of nitric oxidesynthase and cyclooxygenase/lipooxygenase systems in development of experimental ulcerative colitis. Can J Physiol Pharmacol: Off J Pol Physiol Soc 62:65–73
  54. Perner A, Andresen L, Normark M, Fischer-Hansen B, Sorensen S, Eugen-Olsen J, Rask-Madsen J (2001) Expression of nitric oxide synthases and effects of L-arginine and L-NMMA on nitric oxide production and fluid transport in collagenous colitis. Gut 49:387–394
  55. Catala A (2009) Lipid peroxidation of membrane phospholipids generates hydroxy-alkenals and oxidized phospholipids active in physiological and/or pathological conditions. Chem Phys Lipids 157:1–11
  56. Forbes A, Escher J, Hébuterne X, Klek S, Krznaric Z, Schneider S, et al: ESPEN guideline: clinical nutrition in inflammatory bowel disease. Clin Nutr 2017; 36: 321–347.
  57. Ardesia M, Ferlazzo G, Fries W: Vitamin D and inflammatory bowel disease. Biomed Res Int 2015; 2015: 470805.
  58. Barbáchano A, Fernández-Barral A, Ferrer- Mayorga G, Costales-Carrera A, Larriba MJ, Muñoz A: The endocrine vitamin D system in the gut. Mol Cell Endocrinol 2017; 453: 79–87.
  59. Kong J, Zhang Z, Musch MW, Ning G, Sun J, Hart J, et al: Novel role of the vitamin D receptor in maintaining the integrity of the intestinal mucosal barrier. Am J Physiol Gastrointest Liver Physiol 2008; 294:G208–G216.
  60. Blanck S, Aberra F: Vitamin D deficiency is associated with ulcerative colitis disease activity. Dig Dis Sci 2013; 58: 1698–1702. 15 Garg M, Rosella O, Lubel JS, Gibson PR: Association of circulating vitamin D concentrations with intestinal but not systemic inflammation in inflammatory bowel disease. Inflamm Bowel Dis 2013; 19: 2634–2643.
  61. Jørgensen SP, Hvas CL, Agnholt J, Christensen LA, Heickendorff L, Dahlerup JF: Active Crohn’s disease is associated with low vitamin D levels. J Crohns Colitis 2013; 7:e407–e413.
  62. Raftery T, Merrick M, Healy M, Mahmud N, O’Morain C, Smith S, et al: Vitamin D status is associated with intestinal inflammation as measured by fecal calprotectin in Crohn’s disease in clinical remission. Dig Dis Sci 2015; 60: 2427–2435.
  63. Gubatan J, Mitsuhashi S, Zenlea T, Rosenberg L, Robson S, Moss AC: Low serum vitamin D during remission increases risk of clinical relapse in patients with ulcerative colitis. Clin Gastroenterol Hepatol 2017; 15: 240–246.e1.
  64. Kabbani TA, Koutroubakis IE, Schoen RE, Ramos-Rivers C, Shah N, Swoger J, et al: Association of vitamin D level with clinical status in inflammatory bowel disease: a 5-year longitudinal study. Am J Gastroenterol 2016; 111: 712–719.
  65. Ananthakrishnan AN, Cagan A, Gainer VS, Cai T, Cheng SC, Savova G, et al: Normalization of plasma 25-hydroxy vitamin D is associated with reduced risk of surgery in Crohn’s disease. Inflamm Bowel Dis 2013; 19: 1921–1927.
  66. Daniel Caviezel, Silvia Maissen, Jan Hendrik Niess, Caroline Kiss, Petr Hruz High Prevalence of Vitamin D Deficiency among Patients with Inflammatory Bowel Disease, Inflamm Intest Dis 2017;2:200–210, DOI: 10.1159/000489010
  67. A Abbasnezhad, R Amani, E Hajiani, P Alavinejad, B Cheraghian, A Ghadiri, Effect of Vitamin D on Gastrointestinal Symptoms and Health-Related Quality of Life in Irritable Bowel Syndrome Patients: A Randomized Double-Blind Clinical Trial, Neurogastroenterol Motil. 2016 Oct;28(10):1533-44, doi: 10.1111/nmo.12851. Epub 2016 May 7.
  68. Dominika Gł, Dominika Guzek, Paulina Zakrzewska, Dariusz Włodarek and Gustaw Lech, Lycopene, Lutein and Zeaxanthin May Reduce Faecal Blood, Mucus and Pus but not Abdominal Pain in Individuals with Ulcerative Colitis, Nutrients, 2016, 8, 613; doi:10.3390/nu8100613
  69. Howitz KT, Sinclair DA: Xenohormesis: sensing the chemical cues of other species. Cell 2008; 133: 387–391.
  70. Bundy R, Walker AF, Middleton RW, et al: Turmeric extract may improve irritable bowel syndrome symptomology in otherwise healthy adults: a pilot study. J Altern Complement Med 2004; 10: 1015–1018. 
  71. Lang A, Salomon N, Wu JC, et al: Curcumin in combination with mesalamine induces remission in patients with mild-to-moderate ulcerative colitis in a randomized controlled trial. Clin Gastroenterol Hepatol 2015; 13: 1444–1449.
  72. Singla V, Pratap M, V, Garg SK, et al: Induction with NCB-02 (curcumin) enema for mild-to-moderate distal ulcerative colitis – a randomized, placebo-controlled, pilot study. J Crohns Colitis 2014; 8: 208–214.
  73. Holt PR, Katz S, Kirshoff R: Curcumin therapy in inflammatory bowel disease: a pilot study. Dig Dis Sci 2005; 50: 2191–2193.
  74. Suskind DL, Wahbeh G, Burpee T, et al: Tolerability of curcumin in pediatric inflammatory bowel disease: a forced-dose titration study. J Pediatr Gastroenterol Nutr 2013; 56: 277–279.
  75. Riachi LG, De Maria CA: Peppermint antioxidants revisited. Food Chem 2015; 176: 72–81.
  76. Liu JH, Chen GH, Yeh HZ, et al: Enteric-coated peppermint-oil capsules in the treatment of irritable bowel syndrome: a prospective, randomized trial. J Gastroenterol 1997; 32: 765–768.
  77. Rees WD, Evans BK, Rhodes J: Treating irritable bowel syndrome with peppermint oil. Br Med J 1979; 2: 835–836.
  78. Alam MS, Roy PK, Miah AR, et al: Efficacy of peppermint oil in diarrhea predominant. Mymensingh Med J 2013; 22: 27–30.
  79. Cappello G, Spezzaferro M, Grossi L, et al: Peppermint oil (Mintoil) in the treatment of irritable bowel syndrome: a prospective double blind placebo-controlled randomized trial. Dig Liver Dis 2007; 39: 530–536.
  80. Cash BD, Epstein MS, Shah SM: A novel delivery system of peppermint oil is an effective therapy for irritable bowel syndrome symptoms. Dig Dis Sci 2016; 61: 560–571.
  81. Merat S, Khalili S, Mostajabi P, et al: The effect of enteric-coated, delayed-release peppermint oil on irritable bowel syndrome. Dig Dis Sci 2010; 55: 1385–1390.
  82. Sandra Nunes, Francesca Danesi, Daniele Del Rio and Paula Silva, Resveratrol and inflammatory bowel disease: the evidence so far, Nutrition Research Reviews (2018), 31, 85–97, doi:10.1017/S095442241700021X
  83. , Daryani NE, Asl PR, et al. (2015) Anti-inflammatory effects of resveratrol in patients with ulcerative colitis: a randomized, double-blind, placebocontrolled pilot study. Arch Med Res 46, 280–285.
  84. Samsamikor M, Daryani NE, Asl PR, et al. (2016) Resveratrol supplementation and oxidative/anti-oxidative status in patients with ulcerative colitis: a randomized, double-blind, placebo-controlled pilot study. Arch Med Res 47, 304–309.
  85. Romano C, Cucchiara S, Barabino A, et al: Usefulness of omega-3 fatty acid supplementation in addition to mesalazine in maintaining remission in pediatric Crohn’s disease: a double-blind, randomized, placebo-controlled study. World J Gastroenterol 2005; 11: 7118–7121.
  86. Belluzzi A, Brignola C, Campieri M, et al: Effect of an enteric-coated fish-oil preparation on relapses in Crohn’s disease. N Engl J Med 1996; 334: 1557–1560.
  87. Feagan BG, Sandborn WJ, Mittmann U, et al: Omega-3 free fatty acids for the maintenance of remission in Crohn disease: the EPIC Randomized Controlled Trials. JAMA 2008; 299: 1690–1697.
  88. Stenson WF, Cort D, Rodgers J, et al: Dietary supplementation with fish oil in ulcerative colitis. Ann Intern Med 1992; 116: 609–614. 77 Barbosa DS, Cecchini R, El Kadri MZ, et al: Decreased oxidative stress in patients with ulcerative colitis supplemented with fish oil omega-3 fatty acids. Nutrition 2003; 19: 837– 842.
  89. Dichi I, Frenhane P, Dichi JB, et al: Comparison of omega-3 fatty acids and sulfasalazine in ulcerative colitis. Nutrition 2000; 16: 87–90.
  90. Lorenz-Meyer H, Bauer P, Nicolay C, et al: Omega-3 fatty acids and low carbohydrate diet for maintenance of remission in Crohn’s disease. A randomized controlled multicenter trial. Study Group Members (German Crohn’s Disease Study Group). Scand J Gastroenterol 1996; 31: 778–785.
  91. Nielsen AA, Nielsen JN, Gronbaek H, et al: Impact of enteral supplements enriched with omega-3 fatty acids and/or omega-6 fatty acids, arginine and ribonucleic acid compounds on leptin levels and nutritional status in active Crohn’s disease treated with prednisolone. Digestion 2007; 75: 10–16.
  92. Geerling BJ, Badart-Smook A, van Deursen C, et al: Nutritional supplementation with n-3 fatty acids and antioxidants in patients with Crohn’s disease in remission: effects on antioxidant status and fatty acid profile. Inflamm Bowel Dis 2000; 6: 77–84.
  93. Nielsen AA, Jorgensen LG, Nielsen JN, et al: Omega-3 fatty acids inhibit an increase of proinflammatory cytokines in patients with active Crohn’s disease compared with omega- 6 fatty acids. Aliment Pharmacol Ther 2005; 22: 1121–1128.
  94. Eivindson M, Gronbaek H, Nielsen JN, et al: Insulin-like growth factors (IGFs) and IGF binding proteins in active Crohn’s disease treated with omega-3 or omega-6 fatty acids and corticosteroids. Scand J Gastroenterol 2005; 40: 1214–1221.
  95. Brunborg LA, Madland TM, Lind RA, et al: Effects of short-term oral administration of dietary marine oils in patients with inflammatory bowel disease and joint pain: a pilot study comparing seal oil and cod liver oil. Clin Nutr 2008; 27: 614–622.
  96. Bjorkkjaer T, Brunborg LA, Arslan G, et al: Reduced joint pain after short-term duodenal administration of seal oil in patients with inflammatory bowel disease: comparison with soy oil. Scand J Gastroenterol 2004; 39: 1088–1094.
  97. Almallah YZ, Richardson S, O’Hanrahan T, et al: Distal procto-colitis, natural cytotoxicity, and essential fatty acids. Am J Gastroenterol 1998; 93: 804–809.
  98. Seidner DL, Lashner BA, Brzezinski A, et al: An oral supplement enriched with fish oil, soluble fiber, and antioxidants for corticosteroid sparing in ulcerative colitis: a randomized, controlled trial. Clin Gastroenterol Hepatol 2005; 3: 358–369.
  99. Salomon P, Kornbluth AA, Janowitz HD: Treatment of ulcerative colitis with fish oil n–3-omega-fatty acid: an open trial. J Clin Gastroenterol 1990; 12: 157–161.
  100. Yueshui Zhao, Bo Chen, Jing Shen,1 Lin Wan, Yinxin Zhu, Tao Yi, and Zhangang Xiao, The Beneficial Effects of Quercetin, Curcumin, and Resveratrol in Obesity, Review Article, Oxidative Medicine and Cellular Longevity Volume 2017, Article ID 1459497, doi.org/10.1155/2017/1459497
  101. Daniyal Abdali, Sue E., Samson Ashok, Kumar Grover, How Effective Are Antioxidant Supplements in Obesity and Diabetes? A review Med Princ Pract 2015;24: 201–215 DOI: 10.1159/000375305

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *